Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα commercial. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα commercial. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Οκτωβρίου 31, 2010

Χιλιοειπωμένη φράση, ενός βαρετού μονότονου κλισέ (part 3)

Ελπίδα. Το καταφύγιο όλων των ανείπωτων σκέψεων και κρυφών επιθυμιών στο προσωπικό απέραντο χάος του κάθε ανθρώπου.

Και πόσο εύκολα φωλιάζει στο μυαλό σου, πόσο εύκολα εκεί που της έχεις απαγορεύσει την είσοδο, βρίσκει εκείνο το μικρό φωτεινό παραθυράκι, εκείνο που βρίσκεται στις σκάλες κινδύνου, εκείνο που ποτέ κανείς δεν πήκε στο κόπο να κλείσει -σκόπιμα τώρα που το καλοσκέφτεσαι- και μπαίνει ξανά. Το καλό είναι ότι όσο υπάρχει εκεί, εσύ νοιώθεις την κάθε μέρα πιο εύκολη. Πιο εύκολα ξυπνάς, πιο εύκολα κοιμάσαι, δουλεύεις, ανοίγεις το φως του δωματίου για να αντικρύσεις γνώριμα αντικείμενα. Σου μοιάζει πιο απλό τώρα το να ζεις. Σαν μια αχτίδα ήλιου όταν μπαίνει μέσα στο καταχείμωνο, σε κάνει να θέλεις να βγεις στο μπαλκόνι κι ας ξέρεις ότι θα έχει πολύ κρύο. Σε έχει ζεστάνει αυτή η μικρή, μικρή, αλλά τόσο γλυκιά ηλιαχτίδα.

Μπορεί να ήταν μια λέξη, ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μία απρόσμενη συνάντηση, δεν έχει σημασία πραγματικά. Αυτή η ηλιαχτίδα μπαίνει στο μυαλό σου και το κρατάει ζεστό. Και έχεις ξαφνικά τις αναμνήσεις που παλεύεις μέρα νύχτα να διώξεις, να κατρακυλάνε στο μυαλό με ιλλιγιώδεις ταχύτητες, παρασύροντας νέες σκέψεις που περιλαμβάνουν νοητά χαμόγελα, γαλάζιους ουρανούς και αγαπημένα τοπία. Ευφορία νομίζω ονομάζεται η νέα κατάσταση του μυαλού σου. Αν είσαι τυχερός,αν οι επιθυμίες σου καταφέρουν και γίνουν ξαφνικά πραγματικότητα, η ηλιαχτίδα σου μετατρέπεται σε λιακάδα. Εκεί κάπου παίζει να νοιώσεις στιγμές απόλυτης ευτυχίας. Στιγμές, ναι, αυτές συνιστούν εξάλλου το νόημα της ζωής. Οποιος μπορεί να νοιώθει, μπορεί να ζήσει μεγάλα πράγματα.

Τα δύσκολα έρχονται όταν η ηλιαχτίδα σβήσει. Γιατί δυστυχώς συμβαίνει συχνότερα απ'ότι προτιμάς να θέλεις να ξέρεις. Μια ηλιαχτίδα η οποία ίσως τελικά, ποτέ να μην υπήρξε. Ισως απλά ο ηλιος κατάφερε να βγει απ'τα σύννεφα μόνο για να ξαναμπεί και πάλι,μετατρεποντας εκείνη η γλυκιά θαλπωρή που γέμιζε την ψυχή σου σε διάφανη σκόνη,εκεινη η μικρούλα αχτίδα φεύγει όπως ήρθε. Συννεφιάζει ξανά, κρυώνεις -μα πως είναι δυνατόν να κρυώνεις όταν είσαι σκεπασμένος-, νοιώθεις την θέληση σου να χάνεται, εκείνος ο απαίσιος κόμπος που ένοιωθες στο στομάχι κάθε φορά που σκεφτόσουν την γκριζα μέρα επανέρχεται. ηταν καλά όταν το είχες ξεχάσει, είχε φύγει αυτος ο αβάσταχτα επίπονος κόμπος, γιατί πρέπει από όλς τις υπερβολές που έχεις ακούσει ο κόμπος να είναι αληθινός;

Αρχίζουν οι επόμενες σκέψεις, σκοτεινές πια, δεν μπορείς να τις δεις, αλλά δεν χρειάζεται κιόλας, όσο κι αν προσπαθήσεις να τις διώξεις επιμένουν, δεν χρειάζονται αυτές το παράθυρο. Μπαίνουν κατά δεκάδες κι όσο κι αν προσπαθήσεις να τις απωθήσεις, φωνάζουν. Δυνατά. "Γιατί επέτρεψες να ξαναελπίσεις σε κάτι;" " Δεν άλλαξε τίποτα ποτέ, στο δήλωσε" " Εσύ φταις που απογοητεύεσαι και κανένας άλλος". Και πονάνε αυτές οι σκέψεις, πάλι δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς. Ξέρουν πότε να έρθουν, όχι όταν δουλεύεις, ή είσαι έξω, γιατί τότε μπορείς να τις διώξεις. Ερχονται όταν αδειαζεις το μυαλό σου, σε βρίσκουν ανυπεράσπιστο. Κι αν είσαι λίγο ειλικρινής με τον εαυτό σου, γίνονται ανελέητες. Σου κόβουν την ανάσα.

"Κι όταν προσπάθησα, τι έγινε; Τίποτα" σκέφτεσαι. Ναι, προσπάθησες να συνεχίσεις, ακολούθησες τα κοινωνικά πρωτόκολλα που επιβάλλει η εποχή, δοκίμασες να γνωρίσεις άλλους. Μάλιστα λοιπόν, βγήκες, προσποιήθηκες ότι περνάς καλά, ανταποκρίθηκε η απέναντι πλευρά. Και μετά; Και μετά τι; Οταν ήρθε η ώρα της απόφασης, τι κάνειςς; Τα χάνεις, κάτι ψελλιζεις κοιτώντας κάτω και φεύγεις τρέχοντας. Η καρδιά σου βροντοχτυπάει, κλείνεις την πόρτα πίσω σου και απλά θέλεις να τον πάρεις τηλέφωνο να του ζητήσεις να έρθει. Θυμάσαι την λογική όμως, δεν μπορείς να ζητήσεις αυτό που επιθυμείς. Βγαίνει από την κρυψώνα της, ξεπροβάλλει από την ομίχλη που επικρατεί στο μυαλό σου και σου υπαγορεύει τις πράξεις σου. " Δεν είναι σωστό" ακους. Δεν το κάνεις. Πάει κι η ηλιαχτίδα. εχει μείνει μόνο εκείνο το βαθύ συναίσθημα που βαραίνει την ψυχή σου γιατί δεν βρίσκεις αυτόν, για να το μοιραστείς. Ξέρεις ότι δεν θα τον βρεις ποτέ, όσο κι αν περιμένεις.

Αλλά αισθάνεσαι πιο ανάλαφρα ξαφνικά. Συνειδητοποιείς ότι για να νοιώθεις έτσι γι'αυτόν, υπάρχει. Υπάρχει αυτό το ανώτερο συναίσθημα. Κι αν το θελήσει, θα το νοιώσει κι αυτός για κάποια στη ζωή του, που εύχεσαι να τον αγαπάει όσο εσύ. Και θα είναι ευτυχισμένος. Κι αυτή η σκέψη σε κάνει να χαμογελάς περισσότερο κι από την ηλιαχτίδα. Αρκεί που θα είναι καλά. Σου αρκεί απλά αυτό.

Σάββατο, Οκτωβρίου 30, 2010

Χιλιοειπωμένη φράση, ενός βαρετού μονότονου κλισέ (part 2)

Μπα,δεν με πιανει ύπνος.

Οσο κι αν θα θέλαμε να εξηγούμε τα πάντα με την λογική, η ίδια αυτή λογική, μας υποδεικνύει πως δεν αρκεί για να ζήσεις αυτή τη ζωή. Το διαπιστώνεις εμπειρικά χωρίς να το θέλεις. Δεν ακούς την λογική όταν ξενυχτάς άυπνος με τις σκέψεις σου παρακαλώντας να σε πάρει ο ύπνος απλά για να πάψει να λειτουργεί το τμήμα εκεινό που σου θυμίζει την γλυκιά νοσταλγία των αναμνήσεων. Δεν την ακούς όταν όλα σου λένε ΟΧΙ κι εσύ παραμένεις μόνος στο κενό να ελπίζεις. Να αιωρείσαι στο βαθύ σκοτάδι των σκέψεων που με μαθηματική ακρίβεια οδηγούν πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα. Και να προτιμάς να συνεχίσεις να παλεύεις να λύσεις τον γόρδιο δεσμό, να ψάχνεις διαφορετική λύση στο πρόβλημα, με το μυαλό σου κάθε φορά να εφευρίσκει νέα δικαιολογία, τόσο οδυνηρά όμως, γιατί γνωρίζεις ότι είναι δικαιολογία.Το παραμερίζεις αμέσως και συνεχίζεις : ίσως κάτι που σου διέφυγε -μπα,τα θυμάσαι όλα-, ίσως κάτι που παρεξήγησες, ίσως αν ξαναπαίξεις τα ειπωμένα λόγια άλλη μια φορά,ίσως,ίσως τότε ανακαλύψεις κάποια κρυμμένη αλήθεια.Πρέπει να υπάρχει κάτι εκεί. Δε μπορεί, δεν μπορεί να ήταν όλα μία ιδέα.

Ψάχνεις να εξηγήσεις τι συνέβη. Ανοίχτηκες, μίλησες, συζήτησες, κόλλησες, έπαθες την πλάκα σου που κάπου εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που όταν τον ακούς να μιλάει, λέει αυτά που σκέφτεσαι εσύ, μόνο που τα λέει ακόμα καλύτερα. Εκεί που φοβόσουν ότι κανείς δεν καταλαβαίνει τις ανησυχίες σου, τον κυνισμό σου, την αντιπάθεια σου για πράγματα που οι άλλοι λατρευουν, ξαφνικά βρίσκεις τον εαυτό σου να κάνει στροφή 180 μοιρών και να αναθεωρεί. Τελικά, υπάρχει. Εκεί κάπου συμβαίνει. Ανεξήγητο το τι, φοβάσαι ακόμη και να το πεις. Προτιμάς να συνεχίσεις με ότι έχεις για να μην χάσεις κι αυτό, είναι τόσο πολύτιμο. Και τελικά, χάνεται, έτσι όπως ήρθε.

Και καταληγεις ξημερώματα στη μοναξιά γιατί την προτιμάς από κάποιον που δεν θα είναι αυτός.Τόσα συναισθήματα, τόσο απέραντο καιρό, τόση λύπη, τόση απογοήτευση. Σου είχαν πει οτι ο καιρός τα γιατρεύει όλα. Ο καιρός τα παίρνει όλα μαζί του, με τον καιρό θα ξεχαστεί. Αναρωτιέσαι γιατί δεν συμβαίνει αυτό, πάνε μέρες που έχει καταλάβει μέρος του μυαλού σου, πάνε μήνες που βλέπεις το όνομα του σε ταμπέλες στο δρόμο κι ακόμα τον θυμάσαι, πάνε χρόνια που τον άκουσες κι ακόμη δεν τον ξεχνάς, πάνε αιώνες που γελούσατε μαζί και ακόμη δεν μπορείς να πάψεις να θυμάσαι.

Αναρωτιεσαι γιατί το παθαίνεις αυτο, απορείς με το μυαλό σου, σκέφτεσαι ότι ίσως δεν έχεις με τι άλλο να ασχοληθείς και ρίχνεις την ευθύνη εκεί.Ναι, αυτό σκέφτεσαι κι αισθάνεσαι ανακούφιση. Γιατί σε βολεύει προς το παρόν, πείθεις τον εαυτό σου ότι θα προχωρήσεις κι ας ξέρεις ενδόμυχα ότι το επόμενο βράδυ που θα πιεις πάλι θα ψιθυρίσεις το όνομα του. Και πέφτοντας να κοιμηθείς, πάλι θα κοιτάξεις για αρκετά λεπτά την οθόνη του κινητού σου προσπαθώντας να βρεις το θάρρος να πάρεις τηλέφωνο, απλά να πεις τι νοιώθεις αλλά το κλείνεις. Γιατί, όσο κι αν έχεις πιει, σου θυμίζει η ξεχασμένη από καιρό λογική ότι δεν θα απαντήσει. Δεν θα σου δώσει ούτε αυτη την ευκαιρία να λυτρωθείς, όχι για εκεινον, αλλά για'σένα.

Δεν ενδιαφέρεται. Και το ξέρεις, σε αυτό πια δεν μπορείς να κοροιδεύεις τον εαυτό σου, δεν έχει απομείνει ούτε το παραμικρό περιθώριο για αμφισβήτηση. Σου το είπε πολλές φορές με λόγια κι άλλες τόσες με πράξεις. Και το έχεις αποδεχτεί. Δεν νοιώθεις αυτά που νοιώθεις για να τα πεις σε εκείνον, τα νοιώθεις γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει καμία λογική εξήγηση. Ψάχνεις και ψάχνεις να βρεις τι ήταν αυτό που έγινε εκείνο το διάστημα αλλά δεν μπορείς. Η όπως ξαναείπα, φοβάσαι να πεις. Ανοιξες την ψυχή σου εκείνες τις στιγμες που μοιραστήκατε. Και είχες τόσα, Θεε μου τόσα πολλά, να πεις ακόμη. Ηθελες τόσο να περάσετε χρόνο μαζί. Ηθελες τόσο να δεις τις αντιδράσεις του, το πως μεταφράζεται η χαρά, το γέλιο, ακόμη και η ειρωνεία στο πρόσωπο του. Να χλευάσει τη μουσική που ακούς, να του δείξεις τα βιβλία που διαβάζεις. Το μυαλό σου τρέχει με ταχύτητες φωτός όταν πρόκειται για τέτοιες σκέψεις. Τις δυνατότητες που είχατε μαζί. Ξέρεις ότι δεν θα συμβεί τίποτα από αυτά. Αλλα δεν παύεις να χαμογελάς όταν τον σκέφτεσαι να φρικάρει στην ιδέα της ανάγνωσης του Cosmopolitan.

(to be continued)

Χιλιοειπωμένη φράση, ενός βαρετού μονότονου κλισέ (part 1)

Δεν θέλω να μιλήσω με δύσκολα λόγια. Θέλω να πω απλά καποια πράγματα που σκέφτομαι.

Υπάρχει κάτι που λέγεται αγάπη. Για τον κάθε άνθρωπο, συμβαίνει και εκλαμβάνεται διαφορετικά. Πολλές φορές δεν είναι καν αντιληπτό. Πολλές φορές το παρερμηνεύουμε, το χρησιμοποιούμε για απώτερους σκοπούς, το φθείρουμε, το καταντάμε φθηνό και γραφικό. Μπαναλ. Ξεπερασμένο. Το αντικαταστούμε με "μοντέρνες" ιδέες. Το παραγκωνίζουμε, το περιθωριοποιούμε, το υποβαθμίζουμε, ξεχνάμε την ύπαρξη του. Αυτή η κοινωνία (τωρα θα μου πει κάποιος "ποια κοινωνία;", αναφέρομαι γενικότερα στην παγκόσμια) έχει περάσει τόσα πολλά στάδια, έχει αυτοπροσδιοριστεί με τον όρο αυτό άλλοτε ως το κέντρο του σύμπαντος, άλλοτε ως εμπορευματοποιημένη ψευδαίσθηση. Εχει υπάρξει βασικό στοιχείο αμέτρητων ταινιών, διαφημίσεων, ιστοριών, βρίσκεται όπου κι αν κοιτάξεις, με άμμεσο ή έμμεσο τρόπο.

Δεν θα μπω στον κόπο να αναφέρω τις άπειρες θεωρίες της μη ύπαρξης της. Της εξιδανίκευσης των συναισθημάτων και της ωραιοποίησης των καταστάσεων για λόγους καταναλωτικούς/ εμπορικούς/ επικοινωνιακούς. Οι περισσότεροι τις γνωρίζουμε ήδη και κάποιοι από εμάς προσπαθούν να τις πιστέψουν ή/και το καταφέρνουν.

Το θέμα είναι τι κάνεις όταν σου χτυπήσει την πόρτα. Ισως να μην την αναγνωρίσεις καν οταν την πρωτοαισθανθείς. Βασικά, εκτός αν είσαι εντελώς συνειδητοποιημένος ως προς την ουσία των εκάστοτε συναισθημάτων σου, δε το αντιλαμβάνεσαι με την πρώτη. Αργείς, και δεν το πιστεύεις ούτε όταν κάνεις την κλασική μονολεκτική ερώτηση στον εαυτό σου : "Λες...;".

(to be continued)